Για παράδειγμα :
-«ξέρω ότι θα ήταν καλύτερο για μένα να μην φάω τώρα, από την στιγμή που έφαγα πριν από λίγο, αλλά είναι πολύ νόστιμο»
-«θα ήταν καλύτερο να μην φάω τώρα αφού σε λίγο θα κοιμηθώ»
-«θα ήταν καλύτερο να μην φάω άλλο αφού έχω χορτάσει. Αλλά γιατί θέλω να φάω κι άλλο; Μήπως επειδή είμαι ανχωμένη; Ας κάνω κάτι για να ηρεμήσω»
-«είχα πει ότι το βράδυ θα έτρωγα μόνο ένα γιαούρτι, αλλά από την στιγμή που πεινάω πολύ, αν φάω ένα γιαούρτι, δεν θα χορτάσω και πολύ πιθανόν να καταλήξω να φάω πριν κοιμηθώ. Οπότε ας φάω κάτι άλλο που θα με χορτάσει περισσότερο»
Η φωνή του γονιού είναι πολύ έντονη στα άτομα που έχουν νευρική ανορεξία ή άτυπη νευρική ανορεξία, καθώς και στην νευρική βουλιμία περιοριστικού τύπου (τις ημέρες του περιορισμού). Είναι επίσης πολύ συνηθισμένη και στα άτομα που κάνουν για πρώτη φορά δίαιτα ή που έχουν βάλει τον εαυτό τους λίγες φορές σε αυτήν την διαδικασία. Στην νευρική βουλιμία και στην αδηφαγική διατροφική διαταραχή καθώς και στην παχυσαρκία, είναι πολύ έντονη η φωνή του παιδιού. Συνήθως αυτά είναι και τα άτομα που κάνουν πολύ συχνά δίαιτες, καθώς όταν μπαίνουν σε μία διαδικασία απώλειας βάρους (όπου για αυτούς η λέξη δίαιτα είναι συνυφασμένη με τη λέξη στέρηση), πιέζουν τον εαυτό τους να στερηθούν τρόφιμα τα οποία «παχαίνουν» (φωνή γονιού), αλλά όσο πιο έντονη γίνεται η φωνή του γονιού, τόσο πιο έντονα εκφράζεται και η φωνή του παιδιού και καταλήγουν σύντομα να «σπάνε» την δίαιτα και να απογοητεύονται.
Γι’αυτόν τον λόγο και οι περισσότεροι τις πρώτες φορές που κάνουν δίαιτα συνήθως την φέρνουν εις πέρας, αλλά μετά επανακτούν το χαμένο βάρος αργά ή γρήγορα (αυτοί που έχουν κάνει πολλές φορές δίαιτα το βάρος επανακτάται πολύ πιο γρήγορα), καθώς μετά από μία περίοδο που ήταν πολύ έντονη η φωνή του γονιού, ακολουθεί μία περίοδος που είναι περισσότερο έντονη η φωνή του παιδιού και τρώνε τα τρόφιμα που πραγματικά επιθυμούν. Αλλά επειδή έχει προηγηθεί μία περίοδος στέρησης από αυτά, η επιθυμία να τα γευτούν γίνεται μεγαλύτερη και συνήθως η ποσότητα που καταναλώνουν είναι μεγαλύτερη από αυτή που πραγματικά χρειάζονται προκειμένου να χορτάσουν. Αυτό δημιουργεί τον φαύλο κύκλο της δίαιτας (έχω μιλήσει για αυτό σε προηγούμενο άρθρο) και σταδιακά κάνει και περισσότερο έντονο τον διαχωρισμό των τροφίμων πλέον σε αυτά που επιτρέπονται και σε αυτά που απαγορεύονται.
Για να σας απενοχοποιήσω λοιπόν, θα σας πω ότι κανένα τρόφιμο δεν παχαίνει και κανένα δεν αδυνατίζει. Αν θέλετε να πούμε κάτι που παχαίνει, είναι το να υποκαθιστώ ένα τρόφιμο που «επιθυμώ», με ένα άλλο που «πρέπει».
Πολύ συχνά βλέπω στην δουλειά μου να τρώνε πολλά φρούτα όταν ξεκινάνε δίαιτα και να μην τρώνε καθόλου όταν δεν κάνουν. Επίσης είναι σύνηθες το να υποκαθιστούν το γλυκό με φρούτα. Το αποτέλεσμα είναι ότι μπορεί να καταλήξουν να φάνε τόσα φρούτα (αφού πιστεύουν ότι δεν παχαίνουν), που θερμιδικά να φτάσουν τις θερμίδες που θα έπαιρναν εάν έτρωγαν τελικά ένα γλυκό. Στο τέλος όμως αυτό που τους μένει είναι η ανεκπλήρωτη επιθυμία για το γλυκό, που τελικά όταν κάποια στιγμή επιτρέψουν στον εαυτό τους να το φάνε, θα φάνε πολύ περισσότερο από αυτό που χρειάζονταν για να χορτάσουν, επειδή αισθάνονται ότι το έχουν στερηθεί. Και αυτό παχαίνει.
Συμπερασματικά λοιπόν θα μπορούσαμε να πούμε ότι θα ήταν καλό πριν φάμε, να αντικαταστήσουμε τα «πρέπει» μας με αυτό που «θα ήταν καλό» για εμάς να κάνουμε. Να χρησιμοποιούμε δηλαδή την φωνή «του ενήλικα». Και θα δείτε ότι τότε όλα θα γίνουν πιο εύκολα και πιο συνειδητά, με λιγότερες ενοχές και άρα με μεγαλύτερη απόλαυση.